τριετής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριετής < τρία + έτος

Επίθετο[επεξεργασία]

τριετής

  1. αυτός που διαρκεί τρία έτη (τρία χρόνια), τρίχρονος
  2. αυτός που έχει ηλικία τριών ετών, τρίχρονος
  3. ο μαθητής που έμεινε στην ίδια τάξη για τρία χρόνια


Μεταφράσεις[επεξεργασία]