διετής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διετής < αρχαία ελληνική διετής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διετής, -ής, -ές (γενική διετούς)

  1. που διαρκεί δύο χρόνια
  2. που έχει ηλικία δύο χρόνων, δίχρονος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διετής < δι- + ἔτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διετής

  1. διετής