τσουνί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσουνί τσουνιά
γενική τσουνιού τσουνιών
αιτιατική τσουνί τσουνιά
κλητική τσουνί τσουνιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσουνί < αλβανική tşuni < çun αγόρι, γιος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *seu̯H- (γεννώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tsu.'ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσουνί ουδέτερο

(λαϊκότροπο)
  1. κοτσάνι
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε έχει ανάλογο σχήμα
  3. (κατ’ επέκταση) (παιδικό) πέος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τσουτσούνι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]