υπερεκχειλισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερεκχειλισμένος υπερεκχειλισμένη υπερεκχειλισμένο
γενική υπερεκχειλισμένου υπερεκχειλισμένης υπερεκχειλισμένου
αιτιατική υπερεκχειλισμένο υπερεκχειλισμένη υπερεκχειλισμένο
κλητική υπερεκχειλισμένε υπερεκχειλισμένη υπερεκχειλισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερεκχειλισμένοι υπερεκχειλισμένες υπερεκχειλισμένα
γενική υπερεκχειλισμένων υπερεκχειλισμένων υπερεκχειλισμένων
αιτιατική υπερεκχειλισμένους υπερεκχειλισμένες υπερεκχειλισμένα
κλητική υπερεκχειλισμένοι υπερεκχειλισμένες υπερεκχειλισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερεκχειλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερεκχειλίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υπερεκχειλισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: υπερεκχειλίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]