υπνωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπνωμένος υπνωμένη υπνωμένο
γενική υπνωμένου υπνωμένης υπνωμένου
αιτιατική υπνωμένο υπνωμένη υπνωμένο
κλητική υπνωμένε υπνωμένη υπνωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπνωμένοι υπνωμένες υπνωμένα
γενική υπνωμένων υπνωμένων υπνωμένων
αιτιατική υπνωμένους υπνωμένες υπνωμένα
κλητική υπνωμένοι υπνωμένες υπνωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπνωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπνώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υπνωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: υπνώνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]