υποαλλεργικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποαλλεργικός υποαλλεργική υποαλλεργικό
γενική υποαλλεργικού υποαλλεργικής υποαλλεργικού
αιτιατική υποαλλεργικό υποαλλεργική υποαλλεργικό
κλητική υποαλλεργικέ υποαλλεργική υποαλλεργικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποαλλεργικοί υποαλλεργικές υποαλλεργικά
γενική υποαλλεργικών υποαλλεργικών υποαλλεργικών
αιτιατική υποαλλεργικούς υποαλλεργικές υποαλλεργικά
κλητική υποαλλεργικοί υποαλλεργικές υποαλλεργικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποαλλεργικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypoallergenic/hypoallergic < υπό + αλλεργικός (< αλλεργία)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υποαλλεργικός -ή -ό

  • για προϊόν που έχει κατασκευαστεί ή παρασκευαστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό
    Έως ότου τα υποαλλεργικά φιστίκια αποτελέσουν γεγονός, τα άτομα με αλλεργίες θα ήταν καλό να ξέρουν ότι, όπως έδειξε πρόσφατη μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, τα ψημένα φιστίκια είναι πιθανότερο να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις σε σύγκριση με τα ωμά. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]