υποκινημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποκινημένος υποκινημένη υποκινημένο
γενική υποκινημένου υποκινημένης υποκινημένου
αιτιατική υποκινημένο υποκινημένη υποκινημένο
κλητική υποκινημένε υποκινημένη υποκινημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποκινημένοι υποκινημένες υποκινημένα
γενική υποκινημένων υποκινημένων υποκινημένων
αιτιατική υποκινημένους υποκινημένες υποκινημένα
κλητική υποκινημένοι υποκινημένες υποκινημένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υποκινημένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποκινώ





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]