υπονομευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπονομευμένος υπονομευμένη υπονομευμένο
γενική υπονομευμένου υπονομευμένης υπονομευμένου
αιτιατική υπονομευμένο υπονομευμένη υπονομευμένο
κλητική υπονομευμένε υπονομευμένη υπονομευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπονομευμένοι υπονομευμένες υπονομευμένα
γενική υπονομευμένων υπονομευμένων υπονομευμένων
αιτιατική υπονομευμένους υπονομευμένες υπονομευμένα
κλητική υπονομευμένοι υπονομευμένες υπονομευμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπονομευμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπονομεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υπονομευμένος, -η, -ο

  • που έχει υπονομευτεί σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο παρελθόν
    με υπονομευμένες τις δημοκρατικές διαδικασίες, οι Απριλιανοί πέτυχαν πιο εύκολα το στόχο τους
  1. δείτε τη λέξη: υπονομεύω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]