φαρμακοτριβεῖον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | φαρμακοτριβεῖον | τὰ | φαρμακοτριβεῖα | ||||
| γενική | τοῦ | φαρμακοτριβείου | τῶν | φαρμακοτριβείων | ||||
| δοτική | τῷ | φαρμακοτριβείῳ | τοῖς | φαρμακοτριβείοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | φαρμακοτριβεῖον | τὰ | φαρμακοτριβεῖα | ||||
| κλητική ὦ! | φαρμακοτριβεῖον | φαρμακοτριβεῖα | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φαρμακοτριβεῖον (μαρτυρείται από το 1887)[1] < ελληνιστική κοινή φαρμακοτρίβης + -εῖον. → και δείτε τη λέξη φαρμακοτριβείο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φαρμακοτριβεῖον, -ου ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) ο χώρος όπου έτριβαν τις πρώτες ύλες για την παρασκευή φαρμάκων ή δηλητηρίων (π.χ. για την εξόντωση παρασίτων), αλλά και χρωμάτων
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φαρμακοτριβεῖον, σελ.1069, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Πηγές
[επεξεργασία]- φαρμακοτριβεῖον σελ.7575 - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)