φαταλισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαταλισμός φαταλισμοί
γενική φαταλισμού φαταλισμών
αιτιατική φαταλισμό φαταλισμούς
κλητική φαταλισμέ φαταλισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαταλισμός < γαλλική fatalisme < fatal + -isme < λατινικά fatalis < fatum < for < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰā-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαταλισμός αρσενικό

  • στάση, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να τροποποιήσει τη φορά των γεγονότων, επειδή αυτά προκαθορίζονται από τη μοίρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]