φοροεισαγγελέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η φοροεισαγγελέας οι φοροεισαγγελείς
      γενική του
του/της
φοροεισαγγελέα
φοροεισαγγελέως
των φοροεισαγγελέων
    αιτιατική τον/τη φοροεισαγγελέα τους/τις φοροεισαγγελείς
     κλητική φοροεισαγγελέα φοροεισαγγελείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Κατηγορία όπως «συγγραφέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοροεισαγγελέας < φόρ(ος) + -ο- + εισαγγελέας

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fo.ɾo.i.saŋ.ɟeˈle.as/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φο‐ρο‐ει‐σαγ‐γε‐λέ‐ας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φοροεισαγγελέας αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 11, έτος 2012, ISSN: 1106‑8027. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr