φραμπαλάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φραμπαλάς φραμπαλάδες
γενική φραμπαλά φραμπαλάδων
αιτιατική φραμπαλά φραμπαλάδες
κλητική φραμπαλά φραμπαλάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φραμπαλάς < γαλλική falbala

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φραμπαλάς αρσενικό

  1. πρόσθετο πτυχωτό διακοσμητικό κομμάτι υφάσματος
  2. περίτεχνα λόγια χωρίς ουσία
  3. φασαρία, χαβαλές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]