φτιαχτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φτιαχτός φτιαχτή φτιαχτό
γενική φτιαχτού φτιαχτής φτιαχτού
αιτιατική φτιαχτό φτιαχτή φτιαχτό
κλητική φτιαχτέ φτιαχτή φτιαχτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φτιαχτοί φτιαχτές φτιαχτά
γενική φτιαχτών φτιαχτών φτιαχτών
αιτιατική φτιαχτούς φτιαχτές φτιαχτά
κλητική φτιαχτοί φτιαχτές φτιαχτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτιαχτός < φτιάχνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φτιαχτός

  1. ο μη φυσικός, ο τεχνητός
    • Μοιάζει με φυσική λιμνούλα, αλλά είναι φτιαχτή
  2. ο αναληθής, ο ψεύτικος, ο κατασκευασμένος, ο πλασματικός
    • φτιαχτή ιστορία/φτιαχτά στοιχεία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]