φυτώριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φυτώριο τα φυτώρια
      γενική του φυτωρίου
& φυτώριου
των φυτωρίων
& φυτώριων
    αιτιατική το φυτώριο τα φυτώρια
     κλητική φυτώριο φυτώρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυτώριο < ελληνιστική κοινή φυτώριον (3. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική seminary)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυτώριο ουδέτερο

  1. τμήμα γης στο οποίο φυτεύονται και αναπτύσσονται φυτά μέχρι να μπορούν να μεταφυτευτούν
  2. (κατ' επέκταση) η επιχείρηση η οποία διαθέτει τον αντίστοιχο χώρο και εμπορεύεται νεαρά φυτά
  3. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός του χώρου από τον οποίο βγαίνουν άτομα ειδικευμένα σε κάποια δραστηριότητα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]