χαράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαράκι χαράκια
γενική χαρακιού χαρακιών
αιτιατική χαράκι χαράκια
κλητική χαράκι χαράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράκι < χαρακάκι (υποκοριστικό του χάρακας) με Πρότυπο:απλολ [ka.ci] > [ci][1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xaˈɾa.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαράκι ουδέτερο

  1. η χαραγματιά
  2. ευθεία γραμμή χαραγμένη, σχεδιασμένη ή τυπωμένη σε χαρτί
  3. τομή στον κορμό ή το φλοιό φυτού με σκοπό την καρποφορία ή τον εμβολιασμό του
  4. (κρητική διάλεκτος) μεγάλος βράχος
    χαράκια αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε (Ο θάνατος του Διγενή, δημοτικό)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. χαράκι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.