Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαψί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαψί τα χαψιά
      γενική του χαψιού των χαψιών
    αιτιατική το χαψί τα χαψιά
     κλητική χαψί χαψιά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαψί < χαψιά (θηλυκό, μπουκιά) με μεταπλασμό σε ουδέτερο < ρήμα χάφτω < αρχαία ελληνική κάπτω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xaˈpsi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαψί

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαψί ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χα(μ)ψί σελ.7785 -  Δημήτριος Β. Δημητράκος (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)
  2. Θρακικά, τριμηναίον επιστημονικόν σύγγραμμα, τόμος 46, Θρακικό Κέντρο, 1972, σελ. 342
  3. Αδαμάντιος Κοραής, Άτακτα, τόμος δεύτερος, τυπογραφ Κ. Εβεράρτου, Παρίσι, 1829, σελ. 19

Ποντιακά (pnt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαψί < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χαψί ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • χαψίν - Μιλτιάδης Ι. Κηρυκόπουλος, Λεξικό της Ποντιακής διαλέκτου, ειδικά το ιδίωμα Χαλδίας-Τραπεζούντας-Ματσούκας, Αθήνα, 2014
  • χαψί @linguapontica.gr