χαψί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαψί τα χαψιά
      γενική του χαψιού των χαψιών
    αιτιατική το χαψί τα χαψιά
     κλητική χαψί χαψιά
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαψί < χαψιά (θηλυκό, μπουκιά) με μεταπλασμό σε ουδέτερο < ρήμα χάφτω < αρχαία ελληνική κάπτω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xaˈpsi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χα‐ψί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χαψί ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.