χειρουργείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειρουργείο χειρουργεία
γενική χειρουργείου χειρουργείων
αιτιατική χειρουργείο χειρουργεία
κλητική χειρουργείο χειρουργεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειρουργείο < από το χειρουργός.
Στην καθαρεύουσα: χειρουργείον.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χειρουργείο ουδέτερο

  • Αίθουσα νοσοκομείου (ή κλινικής) όπου γίνονται οι χειρουργικές επεμβάσεις.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]