χρειαζούμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρειαζούμενος < από το ρήμα χρειάζομαι.
Μετοχή
[επεξεργασία]χρειαζούμενος -η -ο
- αναγκαίος, απαραίτητος
- ※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.
- ⌘ Ηλίας Βενέζης, Οι νικημένοι, [διηγήματα], αρχική δημοσίευση: (1954), εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, @google.gr/books
- ※ Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ἡ γυναίκα τοῦ Παρνασσοῦ πάει νʼ ἀγοράσει κάτι χρειαζούμενο ἀπὸ ἕνα μαγαζάκι ἐκεῖ κοντά. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα καλύβι, προσφυγόσπιτο. Στὸ παραθύρι τοῦ καλυβιοῦ, πίσω ἀπʼ τὸ τζάμι, εἶναι ἀραδιασμένα, κρεμασμένα ἀπὸ σπάγγο, τὰ πράματα: κόλλες, φάκελλοι, κουβαρίστρες, κορδέλλες χρωματιστές, ἄλλα πολλά.