χρησιμοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική χρησιμοποιημένος χρησιμοποιημένη χρησιμοποιημένο
γενική χρησιμοποιημένου χρησιμοποιημένης χρησιμοποιημένου
αιτιατική χρησιμοποιημένο χρησιμοποιημένη χρησιμοποιημένο
κλητική χρησιμοποιημένε χρησιμοποιημένη χρησιμοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χρησιμοποιημένοι χρησιμοποιημένες χρησιμοποιημένα
γενική χρησιμοποιημένων χρησιμοποιημένων χρησιμοποιημένων
αιτιατική χρησιμοποιημένους χρησιμοποιημένες χρησιμοποιημένα
κλητική χρησιμοποιημένοι χρησιμοποιημένες χρησιμοποιημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρησιμοποιημένος < χρησιμοποιώ

Μετοχή[επεξεργασία]

χρησιμοποιημένος, -η, -ο

  1. που έχει χρησιμοποιηθεί
  2. (κατ' επέκταση) που έχει φθαρεί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]