Μετάβαση στο περιεχόμενο

χυδαιόγλωσσος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χυδαιόγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαιόγλωσσος[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε χυδαί(ος) + -ό- + -γλωσσος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çi.ðeˈo.ɣlo.sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χυδαιόγλωσσος

Επίθετο

[επεξεργασία]

χυδαιόγλωσσος, -η, -ο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χυδαιόγλωσσος < χυδαῖ(ος) + -ό- + -γλωσσος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /çi.ðeˈo.ɣlo.sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χυδαιόγλωσσος

Επίθετο

[επεξεργασία]

χυδαιόγλωσσος, -ος, -ον

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 δείτε χυδαῖος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χυδαιόγλωσσος, σελ.1126, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου