ψεύδορκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψεύδορκος ψεύδορκη ψεύδορκο
γενική ψεύδορκου ψεύδορκης ψεύδορκου
αιτιατική ψεύδορκο ψεύδορκη ψεύδορκο
κλητική ψεύδορκε ψεύδορκη ψεύδορκο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψεύδορκοι ψεύδορκες ψεύδορκα
γενική ψεύδορκων ψεύδορκων ψεύδορκων
αιτιατική ψεύδορκους ψεύδορκες ψεύδορκα
κλητική ψεύδορκοι ψεύδορκες ψεύδορκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεύδορκος < αρχαία ελληνική ψεύδορκος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψεύδορκος αρσενικό, ψεύδορκη θηλυκό, ψεύδορκο ουδέτερο

  • που ορκίζεται ψευδή στοιχεία, που δίνει ψεύτικο όρκο ατομικά, σε ιδιωτικές συναντήσεις ή σε δικαστήριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ψεύδορκος τὸ ψεύδορκον οἱ, αἱ ψεύδορκοι τὰ ψεύδορκα
Γενική τοῦ, τῆς ψευδόρκου τοῦ ψευδόρκου τῶν ψευδόρκων τῶν ψευδόρκων
Δοτική τῷ, τῇ ψευδόρκῳ τῷ ψευδόρκῳ τοῖς, ταῖς ψευδόρκοις τοῖς ψευδόρκοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ψεύδορκον τὸ ψεύδορκον τοὺς, τὰς ψευδόρκους τὰ ψεύδορκα
Κλητική ψεύδορκε ψεύδορκον ψεύδορκοι ψεύδορκα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ψευδόρκω
Γενική-Δοτική ψευδόρκοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψεύδορκος < ψευδής και ὅρκος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψεύδορκος,ος,ον (& ψευδόρκιος,ος,ον)

  1. που ορκίζεται ψέματα
  2. που δεν τηρεί τον όρκο του, επίορκος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]