ἀγάστωρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγάστωρ < ἀ- (αθροιστικό) + γαστήρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγάστωρ αρσενικό
  1. αυτός που γεννήθηκε από την ίδια κοιλιά, από την ίδια μητέρα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στον πληθυντικό ἀγάστορες χαρακτηρίζονται οι δίδυμοι.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]