ἀγέλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αγέλη

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγέλη ἀγέλα ἀγέλαι
Γενική ἀγέλης ἀγέλαιν ἀγελῶν
Δοτική ἀγέλ ἀγέλαιν ἀγέλαις
Αιτιατική ἀγέλην ἀγέλα ἀγέλας
Κλητική ἀγέλη ἀγέλα ἀγέλαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγέλη < ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eǵ- (ἄγω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγέλη θηλυκό

  1. αγέλη, κοπάδι
     συνώνυμα: βούνομος
  2. συνάθροιση, ομάδα
  3. πλήθος
  4. (πληθυντικός): ἀγέλαι: ομάδες νέων στην Κρήτη ή τη Σπάρτη, που ζούσαν και ανατρέφονταν μαζί απ' τα επτά τους χρόνια ως την ενηλικίωσή τους
     συνώνυμα: βοῦαι
  5. (πληθυντικός): ἀγέλαι: αστρικές σφαίρες

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]