ἀγέλη
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ᾰγέλ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | ἀγέλη | αἱ | ἀγέλαι | |
| γενική | τῆς | ἀγέλης | τῶν | ἀγελῶν | |
| δοτική | τῇ | ἀγέλῃ ἀγέληφῐ (επικός) ἀγέλῃφῐ (Ησύχιος) |
ταῖς | ἀγέλαις | |
| αιτιατική | τὴν | ἀγέλην | τὰς | ἀγέλᾱς | |
| κλητική ὦ! | ἀγέλη | ἀγέλαι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀγέλᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀγέλαιν | |||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.gé.lɛː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἀ‐γέ‐λη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀγέλη, -ης θηλυκό (ιωνικός, αττικός, επικός)
- αγέλη, κοπάδι, κοπή
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 11 (Λ. Ἀγαμέμνονος ἀριστεία.), στίχ. 678
- πεντήκοντα βοών ἀγέλας
- βοδιών κοπές πεντήκοντα
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- πεντήκοντα βοών ἀγέλας
- ※ 7ος πκε αιώνας ⌘ Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 168
- Ἐν δὲ συῶν ἀγέλαι χλούνων ἔσαν ἠδὲ λεόντων
- Εκεί κι αγέλες κάπρων άγριων βρίσκονταν και λιονταριών
- Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- Ἐν δὲ συῶν ἀγέλαι χλούνων ἔσαν ἠδὲ λεόντων
- ≈ συνώνυμα: βούνομος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 11 (Λ. Ἀγαμέμνονος ἀριστεία.), στίχ. 678
- συνάθροιση, ομάδα
- πλήθος
- (πληθυντικός) ἀγέλαι: ομάδες νέων στην Κρήτη ή τη Σπάρτη, που ζούσαν και ανατρέφονταν μαζί απ' τα επτά τους χρόνια ως την ενηλικίωσή τους
- (πληθυντικός) ἀγέλαι: αστρικές σφαίρες
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- δωρικός και αιολικός τύπος : ἀγέλα
Συγγενικά
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]ἀγέλη (ιωνική διάλεκτος)
- ⇒ καππαδοκικά: αΐλη
- ⇒ νέα ελληνικά: αέλη (Κάρπαθος)[2]
- ⇘ καθαρεύουσα: ἀγέλη
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἀγέλη - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀγέλη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀγέλη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -λ- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -η (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eǵ- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ιωνική διάλεκτος
- Αττική διάλεκτος
- Επικοί τύποι
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησίοδο (αρχαία ελληνικά)
- Δωρική διάλεκτος
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)