ῥίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ῥίς ῥῖνε ῥῖνες
Γενική ῥινός ῥινοῖν ῥινῶν
Δοτική ῥινί ῥινοῖν ῥισί(ν)
Αιτιατική ῥῖν ῥῖνε ῥῖνᾰς
Κλητική ῥίς ῥῖνε ῥῖνες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥίς < προελληνική[1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥῑ́ς θηλυκό (σπάνια ῥῐ́ς)

  1. μύτη, ρίνα
  2. πλαγιά βουνού
  3. αγωγός, σωλήνας
  4. πληθυντικός ῥῖνες: ρουθούνια

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.