-δρόμιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-δρόμιο (λόγιο) < ελληνιστική κοινή -δρόμιον < αρχαία ελληνική -δρόμιος < δρόμος

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-δρόμιο

  1. β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν κάποιο είδος δρόμου που εξυπηρετεί την κίνηση αυτών που δηλώνει το α΄ συνθετικό
  2. β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο εγκαταστάσεων με διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης
  3. β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο αθλητικών εγκαταστάσεων σχετικών με αυτό που δηλώνει το α΄ συνθετικό