πεζοδρόμιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεζοδρόμιο πεζοδρόμια
γενική πεζοδρομίου πεζοδρομίων
αιτιατική πεζοδρόμιο πεζοδρόμια
κλητική πεζοδρόμιο πεζοδρόμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεζοδρόμιο < πεζός + δρόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πεζοδρόμιο ουδέτερο

  1. η υπερυψωμένη και στρωμένη (με πλακάκια ή τσιμέντο ή άλλο υλικό) επιφάνεια στο πλάι ενός δρόμου που προορίζεται για τους πεζούς
  2. (μεταφορικά) η πορνεία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]