Μετάβαση στο περιεχόμενο

-τζίδικο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -τζίδικο τα -τζίδικα
      γενική του -τζίδικου των -τζίδικων
    αιτιατική το -τζίδικο τα -τζίδικα
     κλητική -τζίδικο -τζίδικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-τζίδικο < -τζίδικος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈd͡zi.ði.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -τζίδικο

Επίθημα

[επεξεργασία]

-τζίδικο, -ής, -ές

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]