-τόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: τόμος, -τομος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

-τόμος < τέμνω

Επίθημα[επεξεργασία]

-τόμος

  1. β' συνθετικό λέξεων που σημαίνουν τον άνθρωπο ή το εργαλείο που τέμνει / κόβει κάτι
    διχοτόμος
    υλοτόμος
    σπειροτόμος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]