Arzt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Arzt die Ärzte
γενική des Arzts
des Arztes
der Ärzte
δοτική dem Arzt den Ärzten
αιτιατική den Arzt die Ärzte

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Arzt < παλαιά άνω γερμανική arzat < λατινική archiater < αρχαία ελληνική ἀρχίατρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aːɐ̯tst/
Arzt 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Arzt (de) αρσενικό (θηλυκό Ärztin)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]