Hut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: hut

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Hut die Hüte
γενική des Hutes
Huts
der Hüte
δοτική dem Hut
Hute
den Hüten
αιτιατική den Hut die Hüte

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Hut < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική huot < παλαιά άνω γερμανική huot [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /huːt/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Hut (de) αρσενικό

  1. (ενδυμασία) το καπέλο
    Ich habe mir einen neuen schwarzen Hut gekauft.
    Αγόρασα ένα καινούργιο μαύρο καπέλο.
  2. (μυκητολογία) το ανώτερο τμήμα ενός μανιταριού

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Hut στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Hut - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).