Hut

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Hut 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Hut die Hüte
γενική des Huts
des Hutes
der Hüte
δοτική dem Hut
dem Hute
den Hüten
αιτιατική den Hut die Hüte

Hut (de) αρσενικό