Μετάβαση στο περιεχόμενο

Jahr

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Jahr die Jahre
γενική des Jahrs
Jahres
der Jahre
δοτική dem Jahr
Jahre
den Jahren
αιτιατική das Jahr die Jahre

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Jahr < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική jār < παλαιά άνω γερμανική jār < πρωτογερμανική *jērą. Συγγενική με την αγγλική year [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /jaːɐ̯/
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Jahr (de) ουδέτερο

  1. το έτος, ο χρόνος, η χρονιά
    παράδειγμα Es ist drei Jahre her, seit wir das Haus gekauft haben.
    Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που αγοράσαμε το σπίτι.
     συνώνυμα: Kalenderjahr
  2. μονάδα μέτρησης ηλικίας
    παράδειγμα Er ist zwanzig Jahre alt.
    Είναι είκοσι ετών.
  3. χρονική περίοδος από την ζωή ενός ατόμου
    παράδειγμα Im Laufe der Jahre lernte sie, härter zu sein.
    Με τα χρόνια, έμαθε να είναι πιο σκληρή.

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Jahr στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Jahr - Duden online.
  2. Jahr - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Jahr αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Jahr < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Jahr αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Jahr < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Jahr αρσενικό ή θηλυκό

  • Statistisk sentralbyrå / Statistics Norway, 12891: Last names used by 200 persons or more, by last name, contents and year, ανακτήθηκε 6/9/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Jahr < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Jahr αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden