Jahr
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Jahr | die | Jahre |
| γενική | des | Jahrs Jahres |
der | Jahre |
| δοτική | dem | Jahr Jahre |
den | Jahren |
| αιτιατική | das | Jahr | die | Jahre |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Jahr < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική jār < παλαιά άνω γερμανική jār < πρωτογερμανική *jērą. Συγγενική με την αγγλική year [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Jahr (de) ουδέτερο
- το έτος, ο χρόνος, η χρονιά
Es ist drei Jahre her, seit wir das Haus gekauft haben.
- Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που αγοράσαμε το σπίτι.
- ≈ συνώνυμα: Kalenderjahr
- μονάδα μέτρησης ηλικίας
Er ist zwanzig Jahre alt.
- Είναι είκοσι ετών.
- χρονική περίοδος από την ζωή ενός ατόμου
Im Laufe der Jahre lernte sie, härter zu sein.
- Με τα χρόνια, έμαθε να είναι πιο σκληρή.
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Jahr στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Jahr αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Jahr < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Jahr αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Νορβηγικά (no)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Jahr < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Jahr αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- Statistisk sentralbyrå / Statistics Norway, 12891: Last names used by 200 persons or more, by last name, contents and year, ανακτήθηκε 6/9/2023
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Jahr < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Jahr αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)
- Κύρια ονόματα (νορβηγικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (νορβηγικά)
- Κύρια ονόματα (σουηδικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σουηδικά)