Saft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Saft die Säfte
γενική des Safts
des Saftes
der Säfte
δοτική dem Saft
dem Safte
den Säften
αιτιατική den Saft die Säfte

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Saft < παλαιά άνω γερμανική saf < πρωτογερμανική *sapą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sap- (γεύομαι)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zaft/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Saft (de) αρσενικό

  1. χυμός φτιαγμένος από φρούτα ή λαχανικά
    Ich trinke einen Saft.
    Πίνω έναν χυμό.
  2. (βοτανική) ο χυμός δέντρου
  3. ο ζωμός
    Συνώνυμα: Brühe

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Saft στη γερμανόφωνη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια