aggravate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

aggravate (en)

  1. χειροτερεύω, παριστάνω κάτι με πιο μελανά χρώματα, υπερβάλλω στην δυσάρεστη περιγραφή μιας κατάστασης
  2. θυμώνω καποιον, τον ερεθίζω

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

aggravate (it)

  • δεύτερο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του aggravare
  • δεύτερο πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής του aggravare



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

aggravate (la)

  • πρώτο πρόσωπο πληθυντικού προστακτικής ενεστώτα της ενεργητικής φωνής του aggravο