bias

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bias (en)
πληθυντικός: biases, biasses ή μη χρήση πληθυντικού

  1. σύνηθες: μη ουδέτερη μεταχείριση (υπέρ ή κατά ή οποιαδήποτε άλλη διαφοροποιημένη αντιμετώπιση από την ουδέτερη
  2. διαγώνιος της ύφανσης (μία από τις δύο)
  3. (ηλεκτρονικοί υπολογιστές), (ηλεκτρονική) τάση που εφαρμόζεται στην πύλη (ή βάση) ενός τρανζίστορ ή λυχνίας κενού, η οποία προκαλεί την λειτουργία της συσκευής στην αγώγιμη κατάσταση

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bias (en)

  1. μεταχειρίζομαι διαφορετικά από την ουδέτερη κατάσταση
  2. to cut on the bias (bias-cut): κόβω διαγωνίως της ύφανσης
  3. (ηλεκτρονικοί υπολογιστές), Πρότυπο:ηλεκτρ εφαρμόζω τάση στην πύλη (ή βάση) ενός τρανζίστορ ή λυχνίας κενού, η οποία προκαλεί την λειτουργία της συσκευής στην αγώγιμη κατάσταση


υπολογιστές - ρήμα & ουσιαστικό[επεξεργασία]

bias (en)

  • (ηλεκτρονικοί υπολογιστές), Πρότυπο:ηλεκτρ bias: A voltage applied to the gate (or base) of a transistor or vacuum tube, which causes the device to operate in its conductive state. - Definition from PC Magazine Encyclopedia

μετάφραση στα ελληνικά[επεξεργασία]

ρήμα & ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • (ηλεκτρονικοί υπολογιστές), Πρότυπο:ηλεκτρ τάση που εφαρμόζεται στην πύλη (ή βάση) ενός τρανζίστορ ή λυχνίας κενού, η οποία προκαλεί την λειτουργία της συσκευής στην αγώγιμη κατάσταση