ύφανση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύφανση υφάνσεις
γενική ύφανσης
& υφάνσεως
υφάνσεων
αιτιατική ύφανση υφάνσεις
κλητική ύφανση υφάνσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύφανση < ελληνιστική κοινή ὕφανσις < αρχαία ελληνική ὑφαίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *webʰ- (υφαίνω, πλέκω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.fan.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ύφανση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υφαίνω
    μπορεί το βαμβάκι που χρησιμοποιήθηκε να είναι αιγυπτιακό όμως η ύφανσή του έγινε στην Ελλάδα
  2. (συνεκδοχικά) η τεχνοτροπία ή ο τρόπος με τον οποίο έχει υφανθεί κάτι
    πήρα ένα ύφασμα με πολύ πυκνή ύφανση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]