elaborate

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

elaborate < λατινική elaboratus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪˈlab(ə)rət/ (επίθετο)
ΔΦΑ : /ɪˈlabəreɪt/ (ρήμα)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

elaborate (en)

  1. καλοδουλεμένος, περίτεχνος
  2. επιδεικτικός, περίπλοκος, με υπερβολική λεπτομέρεια

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

elaborate (en)

  1. αναπτύσσω πιο αναλυτικά μία ιδέα, επεκτείνομαι αναλυτικότερα/λεπτομερέστερα/επεξηγηματικά πάνω στο θέμα
  2. επεξεργάζομαι

Blue & gray people.png Χρήση [επεξεργασία]

  • elaborate on (something): αναπτύσσω επί του (θέματος)