fun

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

fun (en)

  1. (οικείο) αστείος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • it will be fun to ...: θα έχει πλάκα να ...

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fun (en)

  1. ευχαρίστηση, διασκέδαση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

fun (en)

  1. (οικείο) αστειεύομαι, πειράζω κάποιον