iecur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

iecur < πρωτοϊταλική *jekʷor < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *yekʷr̥. Συγγενές με: αρχαία ελληνική ἧπαρ, ‎σανσκριτικά यकृत् ‎(yakṛt), περσικά جگر ‎(jegar), παλαιά αρμενικά լեարդ ‎(leard).

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

iecur ουδέτερο

  1. (ανατομία) συκώτι
  2. (μεταφορικά) η έδρα της ψυχής

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική iecur iecoră
γενική iecoris iecorum
δοτική iecorī iecorĭbus
αιτιατική iecur iecoră
κλητική iecur iecoră
αφαιρετική iecore iecorĭbus
(γ' κλίση)
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική iecur iecinoră
γενική iecinoris iecinorum
δοτική iecinorī iecinorĭbus
αιτιατική iecur iecinoră
κλητική iecur iecinoră
αφαιρετική iecinore iecinorĭbus
(γ' κλίση)