siccus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- siccus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seikʷ
Επίθετο
[επεξεργασία]siccus, -a, -um
- ξερός
- νηφάλιος
- διψασμένος
- πεινασμένος
- απαίδευτος
- αναίσθητος
- (για λόγο) απλός, άκομψος
Βαθμοί επιθέτου και επιρρήματος
[επεξεργασία]siccior | siccissimus | |
sice | siccius | siccissime |