διψασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διψασμένος η διψασμένη το διψασμένο
      γενική του διψασμένου της διψασμένης του διψασμένου
    αιτιατική τον διψασμένο τη διψασμένη το διψασμένο
     κλητική διψασμένε διψασμένη διψασμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διψασμένοι οι διψασμένες τα διψασμένα
      γενική των διψασμένων των διψασμένων των διψασμένων
    αιτιατική τους διψασμένους τις διψασμένες τα διψασμένα
     κλητική διψασμένοι διψασμένες διψασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διψασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διψώ

Μετοχή[επεξεργασία]

διψασμένος -η -ο

  1. που διψάει, που έχει μεγάλη επιθυμία να πιει νερό
  2. (μεταφορικά) που επιθυμεί πολύ κάτι
    διψασμένος για δόξα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]