ρίχνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ρίχνω < μεσαιωνική ελληνική ρίφνω < αρχαία ελληνική ῥίπτω
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
ρίχνω , παρατ.: έριχνα, στιγμ. μέλλ.: θα ρίξω, αόρ.: έριξα , παθ.φωνή: ρίχνομαι , μτχ.π.π.: ριγμένος
- προκαλώ την κίνηση ενός αντικειμένου δίνοντάς του μια αρχική ώθηση με τα μέλη του σώματός μου ή μέσω μηχανισμού
- ο τερματοφύλακας έριξε την μπάλα στον συμπαίκτη του
- οι τοξότες έριχναν βέλη στο εχθρικό στράτευμα
συνώνυμα: πετώ, υπώνυμα: βάλλω
- (μεταφορικά)
- του έριξε ένα φαρμακερό βλέμμα
- προκαλώ την πτώση ενός αντικειμένου
- από απροσεξία έριξα κάτω το βάζο και το έσπασα
- γκρεμίζω
- έριξα έναν τοίχο για να μεγαλώσω το σαλόνι
- (μεταφορικά) με έντεχνο τρόπο κερδίζω τη συναίνεση (συμφωνία, έγκριση κλπ) κάποιου
- με τις γαλιφιές τον έριξε τελικά τον πατέρα της και της αγόρασε αυτοκίνητο
- κερδίζω την ερωτική εύνοια κάποιου, τη συγκατάθεσή του για σύναψη ερωτικής σχέσης
- για πες μας τώρα πώς την έριξες τη γυναίκα σου
- (μεταφορικά) μειώνω
- το μαγαζί εκείνο έριξε πολύ τις τιμές τελευταία
[
] Εκφράσεις
- ρίχνω ξύλο : δέρνω
- ρίχνω μια ματιά : κοιτώ κάτι πρόχειρα
- ρίχνει καρεκλοπόδαρα : (απρόσωπο) βρέχει δυνατά
- ρίχνω μπόι : ψηλώνω
- ρίχνομαι με τα μούτρα : αφοσιώνομαι σε κάτι
- ρίχνω τα μούτρα μου : ταπεινώνομαι
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||