Μετάβαση στο περιεχόμενο

Όλυμπος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ὄλυμπος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Όλυμπος οι Όλυμποι
      γενική του Όλυμπου
& Ολύμπου
των Όλυμπων
& Ολύμπων
    αιτιατική τον Όλυμπο τους Όλυμπους
& Ολύμπους
     κλητική Όλυμπε Όλυμποι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Όλυμπος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Ὄλυμπος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈo.lim.bos/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Όλυμπος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Όλυμπος αρσενικό

  1. το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας (υψόμετρο 2918 μ.), όπου σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση κατοικούσαν οι δώδεκα Ολύμπιοι θεοί των αρχαίων Ελλήνων
      Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, και το δεύτερο ψηλότερο στα Βαλκάνια με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας.
    Όλυμπος: Τα μυστήρια που τυλίγουν την κατοικία των θεών, Το Βήμα, 20 Ιανουαρίου 2021
  2. ονομασία βουνών σε διάφορα μέρη της Ελλάδας· βουνό της Κύπρου· ιστορική ονομασία βουνών της Τουρκίας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Όλυμπος
      γενική της Ολύμπου
    αιτιατική την Όλυμπο
     κλητική Όλυμπε
(Όλυμπο)
Κατηγορία όπως «ήπειρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Όλυμπος θηλυκό, μόνο στον ενικό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)