άθικτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άθικτος άθικτη άθικτο
γενική άθικτου άθικτης άθικτου
αιτιατική άθικτο άθικτη άθικτο
κλητική άθικτε άθικτη άθικτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άθικτοι άθικτες άθικτα
γενική άθικτων άθικτων άθικτων
αιτιατική άθικτους άθικτες άθικτα
κλητική άθικτοι άθικτες άθικτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άθικτος < αρχαία ελληνική ἄθικτος

Επίθετο[επεξεργασία]

άθικτος -η -ο

  1. που δεν τον έχει αγγίξει ανθρώπινο χέρι
  2. που δεν έχει υποστεί καμία αλλαγή, ζημιά, βλάβη, τραυματισμό κλπ
    οι επιβάτες βγήκαν μέσα από το τρακαρισμένο αυτοκίνητο άθικτοι
  3. για θέμα που δεν το έχει θίξει κανείς, δεν το έχει συζητήσει

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]