άθικτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άθικτος άθικτη άθικτο
γενική άθικτου άθικτης άθικτου
αιτιατική άθικτο άθικτη άθικτο
κλητική άθικτε άθικτη άθικτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άθικτοι άθικτες άθικτα
γενική άθικτων άθικτων άθικτων
αιτιατική άθικτους άθικτες άθικτα
κλητική άθικτοι άθικτες άθικτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άθικτος < αρχαία ελληνική ἄθικτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άθικτος -η -ο

  1. που δεν τον έχει αγγίξει ανθρώπινο χέρι
  2. που δεν έχει υποστεί καμία αλλαγή, ζημιά, βλάβη, τραυματισμό κλπ
    οι επιβάτες βγήκαν μέσα από το τρακαρισμένο αυτοκίνητο άθικτοι
  3. για θέμα που δεν το έχει θίξει κανείς, δεν το έχει συζητήσει

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]