έκθαμβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκθαμβος < αρχαία ελληνική ἔκθαμβος (ἐκ + θάμβος)

Επίθετο[επεξεργασία]

έκθαμβος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]