έκθαμβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκθαμβος < αρχαία ελληνική ἔκθαμβος (ἐκ + θάμβος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έκθαμβος

  1. έκπληκτος, εκστατικός, από θάμβος κατειλημμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]