έκθλιψη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έκθλιψη | οι | εκθλίψεις |
| γενική | της | έκθλιψης* | των | εκθλίψεων |
| αιτιατική | την | έκθλιψη | τις | εκθλίψεις |
| κλητική | έκθλιψη | εκθλίψεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκθλίψεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈek.θli.psi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έκ‐θλι‐ψη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έκθλιψη θηλυκό
- η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης
- (γραμματική, γλωσσολογία) η αποβολή του ληκτικού φωνήεντος μιας λέξης πριν από άλλη λέξη με αρκτικό φωνήεν
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα έκ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)