ένσφαιρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένσφαιρος < εν + σφαίρα

Επίθετο[επεξεργασία]

ένσφαιρος, -ος/-η, -ο

  1. (στρατιωτικός όρος): που έχει ή γίνεται με σφαίρες, με βόλια
    ένσφαιροι πυροβολισμοί
  2. (τεχνολογία), (χημεία): αυτός που συγκροτείται από σφαιροειδείς κατασκευές, ή απεικονίζεται ομοίως
    ο στερεοχημικός τύπος των μορίων φέρεται με ένσφαιρη απεικόνιση των ατόμων που τους συγκροτούν
  3. (μηχανολογία): αυτός που φέρει σφαιρίδια, ή συγκροτείται από σφαιρίδια
    ένσφαιροι τριβείς (κοινώς ρουλεμάν)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]