ίκτερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίκτερος ίκτεροι
γενική ικτέρου
& ίκτερου
ικτέρων
& ίκτερων
αιτιατική ίκτερο ικτέρους
& ίκτερους
κλητική ίκτερε ίκτεροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίκτερος < αρχαία ελληνική ἴκτερος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίκτερος αρσενικό

  • (ιατρική): σύμπτωμα ηπατικής πάθησης που εκδηλώνεται με το χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα που παίρνει το δέρμα λόγω της παρουσίας ουσιών της χολής στο αίμα
το νεογέννητο παρουσίασε ίκτερο και έπρεπε να μείνει στο μαιευτήριο για παρακολούθηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]