αβέβηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβέβηλος < αρχαία ελληνική ἀβέβηλος < ἀ- στερητικό + βέβηλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβέβηλος

  • αβέβηλα χείλη, αβέβηλος χώρος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]