Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγέραστος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγέραστος η αγέραστη το αγέραστο
      γενική του αγέραστου της αγέραστης του αγέραστου
    αιτιατική τον αγέραστο την αγέραστη το αγέραστο
     κλητική αγέραστε αγέραστη αγέραστο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγέραστοι οι αγέραστες τα αγέραστα
      γενική των αγέραστων των αγέραστων των αγέραστων
    αιτιατική τους αγέραστους τις αγέραστες τα αγέραστα
     κλητική αγέραστοι αγέραστες αγέραστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγέραστος < α- (στερητικό) + γεράζω (θέμα αορίστου γέρασα) + -τος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈʝe.ɾa.stos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγέραστος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αγέραστος, -η, -ο

  1. που δεν γερνάει, που μένει πάντα νέος
  2. που έχει νεανική όψη ή νεανική ενεργητικότητα παρά την προχωρημένη ηλικία του
      Αγέραστος και ακούραστος στα 80 του, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήνει ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων εξουσιαστή – εξουσιαζομένου με άξονα τη γνωριμία μιας ηθοποιού που θέλει πάση θυσία να πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό έργο που πρόκειται να σκηνοθετήσει ένας σκηνοθέτης.
    Γιάννης Ζουμπουλάκης, Αγέραστος (και όπως πάντα παμπόνηρος) Πολάνσκι, Το Βήμα, 13 Νοεμβρίου 2013

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγέραστος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)