αγέραστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈʝe.ɾa.stos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γέ‐ρα‐στος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγέραστος, -η, -ο
- που δεν γερνάει, που μένει πάντα νέος
- ※ Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
- που έχει νεανική όψη ή νεανική ενεργητικότητα παρά την προχωρημένη ηλικία του
- ※ Αγέραστος και ακούραστος στα 80 του, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήνει ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων εξουσιαστή – εξουσιαζομένου με άξονα τη γνωριμία μιας ηθοποιού που θέλει πάση θυσία να πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό έργο που πρόκειται να σκηνοθετήσει ένας σκηνοθέτης.
- Γιάννης Ζουμπουλάκης, Αγέραστος (και όπως πάντα παμπόνηρος) Πολάνσκι, Το Βήμα, 13 Νοεμβρίου 2013
- ※ Αγέραστος και ακούραστος στα 80 του, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήνει ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων εξουσιαστή – εξουσιαζομένου με άξονα τη γνωριμία μιας ηθοποιού που θέλει πάση θυσία να πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό έργο που πρόκειται να σκηνοθετήσει ένας σκηνοθέτης.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γέρος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αγέραστος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- αγέραστος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)