αγλάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγλάκι < α- + γλακ- < γλακώ < λακώ (λακίζω): φεύγω τρέχοντας προς τους λάκους (: οι πεδινοί, επίπεδοι γενικά, τόποι στην κρητική διάλεκτο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγλάκι ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]